Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
Όπως συνέβη πολλές φορές σε αυτόν τον τόπο έτσι και τώρα θα σας διηγηθώ κάποιο συμβάν που για να μην θιχτεί η προσωπικότητα του εθνικού μας προδότη (από δω και πέρα έτσι θα αποκαλώ τον Ελευθέριο Βενιζέλο ) δεν έγινε γνωστό στον ελληνικό λαό και οι ήρωες αυτού του συμβάντος είναι γνωστοί μόνο στους συμπολεμιστές τους ενώ θα έπρεπε να εορτάζονται όπως και αυτοί του 1940 αν και προηγήθηκαν αυτών 25 περίπου έτη . Πριν ξεκινήσω την αφήγηση μου θα σας πω λίγα λόγια για τον εν λόγω εθνικό μας προδότη . Αρχίζοντας από το 1909 όπου ηγήτο του πρώτου από τα τρία πραξικοπήματα που διέπραξε . Δεύτερο πραξικόπημα του μεγάλου αυτού δημοκράτη το 1916 όπου επιβεβαιώνει με επιστολή στον φίλο του στρατηγό Γεώργιο Βεντήρη ότι δεν είχε την πλειοψηφία του λαού όταν έκανε το πραξικόπημα . Η επιστολή έχει ως ακολούθως:
<<Σπέτσαι 20 Απριλίου 1931 Κύριον Γεώργιον Βεντήρη είς Αθήνας .
Φίλτατε Γεώργιε
Η πρόσκλησης της διαλυθείσης βουλής [του ΜαΪου του 1915 , το 1917 ] μου παρείχε το μέσον να αναβάλω την διεξαγωγήν νέων εκλογών , αι οποίαι αν εγίνοντο τότε , θα έφεραν εις καταψήφησην της κυβερνήσεως μου>>.
Το τρίτο τέλος πραξικόπημα είναι το πιο γνωστό από όλα έγινε το 1935 . Το 1914 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στα αλβανικά σύνορα . Στάλθηκε μια ανιχνευτική ομάδα για να εξερευνήσει το έδαφος στο οποίο θα ορμούσαν σε λίγο για να απελευθερώσουν τους υπόδουλους Έλληνες . Της ομάδας αυτής αρχηγός ήταν ο υπολοχαγός Αντώνιος Λεωντοκιανάκος . Έφτασαν έξω από το Βεράτι και εκεί συνάντησαν τον καπετάν Φοβέρα ο οποίος είχε πληροφορηθεί ότι επρόκειτο να προσπαθήσουν να καταλάβουν μόνοι τους το Βεράτι και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά όταν τους αντάμωσε έξω από την πόλη αποφάσισε να συνταχθεί και αυτός μαζί τους . Έτσι αυτή η ομάδα πήγε στο διοικητήριο του Βερατίου και ζήτησε εν ονόματι του βασιλέως τα κλειδιά της πόλης τα οποία και τους εδόθησαν χωρίς καμία απολύτως αντίσταση . Μόλις το έμαθε αυτό ο λαός του Βερατίου που αποτελούταν από 6000 Έλληνες η πόλη στολίσθηκε σαν από θαύμα με ελληνικές σημαίες . Αφού φρόντισαν για την ασφάλεια της πόλης έστειλαν τηλεγράφημα στον υπόλοιπο στρατό ότι κατέλαβαν την πόλη και ζητούσαν να έρθει γρήγορα για να υπερασπισθεί την πόλη γιατί έμαθαν πως ξεκινούσε από το Δυράχειο ένα στρατιωτικό σώμα που αποτελούταν από 2000 Αλβανούς στρατιώτες με σκοπό να πάρει πίσω το Βεράτι , τότε αφού πληροφορήθηκε την κατάσταση ο εθνικός μας προδότης απαγόρευσε στον ελληνικό στρατό να παει για να υπερασπισθεί το Βεράτι με αποτέλεσμα να μείνουν αβοήθητα τα παλικάρια μας και προσπάθησαν να αμυνθούν με την βοήθεια των κατοίκων αλλά και πάλι δεν τα κατάφεραν όπως ήταν φυσικό γιατί δεν είχαν τα απαραίτητα πολεμοφόδια και το απαραίτητο έμψυχο υλικό έτσι από την ομάδα των 7 ατόμων έμειναν ζωντανοί μόνο οι Λεωντοκιανάκος Αντώνιος και Στεφανάκος Γεώργιος (ο καπετάν Φοβέρας είχε φύγει αμέσως μετά την παράδοση της πόλης ) και πιάστηκαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν σε εκτελεστικό απόσπασμα . Έβαλαν μία καρέκλα κάτω από ένα δένδρο και ανάγκασαν τον Στεφανάκο να κάτσει και τον πυροβόλησαν . Μετά ήρθε η σειρά του Λεωντοκιανάκου του είπαν να παραμερίσει το πτώμα του Στεφανάκου και να κάτσει αυτός στην καρέκλα και μόλις έκατσε στην καρέκλα και παραμέρισε το πτώμα του Στεφανάκου έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο (σταυροπόδι) και άναψε ένα τσιγάρο σαν να μην συνέβαινε τίποτα . Του είπε τότε ο πασάς <<πες ζήτω η Αλβανία και θα σε αφήσουμε να ζήσεις >> αν και πολύ δελεαστική η πρόταση του πασά ο Λεωντοκιανάκος φώναξε ζήτω η Ελλάς και άρχισε να βρίζει την Αλβανία . Τον πυροβόλησαν αλλά δεν πέθανε ακαριέα και συνέχισε να βρίζει την Αλβανία και τότε έβγαλε το πιστόλι του ο πασάς και τον πυροβόλησε στον κρόταφο εξ επαφής . Τα μνήματα αυτών βρίσκονται έξω το σχολείο του Βερατίου , όπου θάφτηκαν κρυφά . Όπως καταλαβαίνετε και σεις η ιστορία αυτών των δύο έπρεπε να είναι γνωστή σε όλον τον ελληνικό λαό και όχι μόνο σε μερικούς που έπεσε τυχαία ένα βιβλίο στα χέρια τους...
Sarakatsanaki